Διπλός ΕΝΦΙΑ: Θα πληρώνουμε και τον αέρα;

 

Η φορολογία ακινήτων στην Ελλάδα μπαίνει σε μια νέα εποχή. Από την 1η Ιανουαρίου 2027, οι ιδιοκτήτες θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, καθώς δύο γνωστοί φόροι καταργούνται και αντικαθίστανται από νέα τέλη που θα επιβάλλονται μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος. Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς τεχνική· σηματοδοτεί μια συνολική αναδιάρθρωση του τρόπου με τον οποίο οι δήμοι και οι περιφέρειες θα αντλούν έσοδα από την ακίνητη περιουσία.

Μέχρι σήμερα, οι ιδιοκτήτες πλήρωναν το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) και τον Φόρο Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων. Το ΤΑΠ υπολογιζόταν με χαμηλούς συντελεστές και αφορούσε κυρίως την αξία του ακινήτου, ενώ ο Φόρος Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων επιβαλλόταν ανά τετραγωνικό μέτρο και συχνά βάραινε περισσότερο τους ενοικιαστές. Από το 2027, αυτά τα δύο καταργούνται και στη θέση τους έρχονται το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης (ΤΤΑ) και το Τέλος Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΤΠΑ).



Το ΤΤΑ θα αποτελεί έσοδο των δήμων και θα κυμαίνεται από 0,3‰ έως 0,7‰, ανάλογα με την απόφαση κάθε δημοτικής αρχής. Το ΤΠΑ θα κατευθύνεται στις περιφέρειες και θα κυμαίνεται από 0,15‰ έως 0,35‰. Και τα δύο θα υπολογίζονται πάνω στη συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας, λαμβάνοντας υπόψη τετραγωνικά, τιμή ζώνης και συντελεστή παλαιότητας.

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ) έχει ήδη εκφράσει έντονες ανησυχίες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, η συνολική επιβάρυνση μπορεί να φτάσει έως και το 1,05% της αξίας του ακινήτου ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι το κόστος για τους ιδιοκτήτες θα είναι τριπλάσιο σε σχέση με το σημερινό ΤΑΠ. Η ΠΟΜΙΔΑ μάλιστα κάνει λόγο για έναν «αυτοδιοικητικό ΕΝΦΙΑ», καθώς τα νέα τέλη θα επιβάλλονται παράλληλα με τον υφιστάμενο φόρο ακινήτων.

Η αλλαγή αυτή έχει πολλές διαστάσεις. Από τη μία πλευρά, οι δήμοι και οι περιφέρειες αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία, καθώς θα έχουν σταθερά έσοδα για έργα ανάπτυξης. Από την άλλη, οι ιδιοκτήτες βλέπουν το βάρος να αυξάνεται σημαντικά, χωρίς να υπάρχει σαφής αντιστάθμιση. Η κατάργηση του Φόρου Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων, που βάραινε κυρίως τους ενοικιαστές, δεν λειτουργεί ως ελάφρυνση για τους ιδιοκτήτες, αφού τα νέα τέλη μεταφέρονται εξ ολοκλήρου σε αυτούς.


Τα νέα τέλη θα επιβάλλονται σε όλα τα ακίνητα εντός σχεδίου πόλης ή οικισμών, αλλά και σε κτίσματα εκτός σχεδίου. Μάλιστα, για τα εκτός σχεδίου θα λαμβάνεται υπόψη και η αξία της διπλάσιας έκτασης γης. Ακόμη, θα φορολογείται και το δικαίωμα υψούν («αέρας»), εφόσον αυτό έχει περιληφθεί σε συμβόλαιο.

Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις: ακίνητα του Δημοσίου, ναοί, μονές, κοινωφελή ιδρύματα, αθλητικά σωματεία, διπλωματικές αποστολές και διατηρητέα που δεν αποφέρουν εισόδημα. Εξαιρούνται επίσης κοινόχρηστοι χώροι πολυκατοικιών, στάβλοι σε αγροτικές περιοχές και ακίνητα με πολεοδομικές ή αρχαιολογικές δεσμεύσεις. Για νέες οικοδομές προβλέπεται απαλλαγή από το ΤΤΑ για επτά χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εκμισθωθούν ή χρησιμοποιηθούν στο διάστημα αυτό.

Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο είναι η διαδικασία είσπραξης. Τα νέα τέλη θα ενσωματώνονται στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Αυτό σημαίνει ότι η μη πληρωμή τους θα έχει άμεσες συνέπειες: αν δεν εξοφληθούν τρεις συνεχόμενοι λογαριασμοί, θα διακόπτεται η ηλεκτροδότηση μέχρι την πλήρη εξόφληση. Πρόκειται για μια αυστηρή πρόβλεψη που δείχνει την πρόθεση της πολιτείας να εξασφαλίσει την είσπραξη χωρίς καθυστερήσεις.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές από ΤΑΠ και Φόρο Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων που θα έχουν βεβαιωθεί έως το τέλος του 2026 θα συνεχίσουν να διεκδικούνται από τους δήμους. Αυτό σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, καθώς θα βρεθούν να πληρώνουν τόσο παλιές όσο και νέες υποχρεώσεις.


Η συζήτηση γύρω από το νέο πλαίσιο έχει ήδη ξεκινήσει. Πολλοί ιδιοκτήτες εκφράζουν την αγανάκτησή τους, θεωρώντας ότι η επιβάρυνση είναι υπερβολική. Σχόλια όπως «θα φορολογήσουν και τον αέρα» δείχνουν την αίσθηση αδικίας που επικρατεί. Άλλοι τονίζουν ότι οι δήμοι δεν έχουν καταφέρει να διαχειριστούν αποτελεσματικά τα βασικά τους καθήκοντα, όπως η καθαριότητα και ο φωτισμός, και αμφισβητούν αν τα νέα έσοδα θα αξιοποιηθούν σωστά.

Από την πλευρά της κυβέρνησης, το νέο σύστημα παρουσιάζεται ως πιο δίκαιο και πιο σύγχρονο. Η λογική είναι ότι οι δήμοι και οι περιφέρειες θα έχουν τους πόρους που χρειάζονται για να υλοποιήσουν έργα ανάπτυξης, ενώ οι ιδιοκτήτες θα συμβάλλουν αναλογικά με την αξία της περιουσίας τους. Ωστόσο, η πραγματικότητα για πολλούς πολίτες είναι ότι η φορολογική επιβάρυνση αυξάνεται σε μια περίοδο που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω ακρίβειας και υψηλών επιτοκίων.

Η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στην Ελλάδα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι φόροι ακινήτων αποτελούν βασικό έσοδο για την τοπική αυτοδιοίκηση. Ωστόσο, οι συντελεστές είναι συχνά χαμηλότεροι και το σύστημα πιο απλό. Η σύγκριση αυτή ενισχύει την αίσθηση ότι οι Έλληνες ιδιοκτήτες βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση.

Το ερώτημα που μένει είναι πώς θα αντιδράσουν οι πολίτες. Η ΠΟΜΙΔΑ έχει ήδη προειδοποιήσει για κινητοποιήσεις και προσφυγές, ενώ δεν αποκλείεται το θέμα να φτάσει και στα δικαστήρια. Το σίγουρο είναι ότι η φορολογία ακινήτων θα αποτελέσει ένα από τα πιο «καυτά» ζητήματα των επόμενων ετών.

Σε κάθε περίπτωση, η αλλαγή αυτή δείχνει ότι η πολιτεία επιδιώκει να ενισχύσει την τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά το κάνει με τρόπο που προκαλεί αντιδράσεις. Οι ιδιοκτήτες καλούνται να πληρώσουν περισσότερα, ενώ η αποτελεσματικότητα των δήμων και των περιφερειών παραμένει ζητούμενο. Το αν το νέο σύστημα θα αποδειχθεί τελικά πιο δίκαιο και αποτελεσματικό ή αν θα εξελιχθεί σε μια ακόμη πηγή επιβάρυνσης και κοινωνικής δυσαρέσκειας, θα φανεί μόνο στην πράξη. Η ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη των δήμων και των περιφερειών για έσοδα και στη δυνατότητα των πολιτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους θα καθορίσει αν η μεταρρύθμιση θα πετύχει ή θα δημιουργήσει νέα προβλήματα.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια